Χαλλουμωτές
1983, Λεύκαρα. Η γιαγιά Χρυσοστομού (από την οποία πήρα το όνομά μου) ετοιμάζει με τη θεία Τασούλα τα ψωμιά κι εγώ με την ξαδέλφη μου Χρύσω, μικρά παιδιά τότε, δεν χάνουμε την ευκαιρία να παίξουμε με το αλεύρι. Το τελευταίο ζυμάρι, η γιαγιά πάντα το κάνει χαλλουμωτές χρησιμοποιώντας το χαλλούμι ημέρας που της φέρνει ο παππούς Κωσταρής. Ο παππούς πηγαίνει καθημερινά με τη θεία Ελένη για να προσέχει το κοπάδι και πάντα φέρνει μαζί του φρέσκο χαλλούμι. Μέχρι τη στιγμή που τα ψωμιά μπαίνουν στο φούρνο η γιαγιά Χρυσοστομού έχει ήδη φουρνίσει τις χαλλουμωτές και μας τις έχει σερβίρει. Θυμάμαι να βουτώ τις ξεροψημένες άκρες της χαλλουμωτής στον καφέ της γιαγιάς και αυτή να μου χαμογελά με ύφος πονηρό.




